scintiller
Pronunciation
/sɛ̃tijˈe/

Ορισμός και σημασία του "scintiller"στα γαλλικά

scintiller
01

αστράφτω, λάμπω αδιαλείπτως

briller avec de petites lueurs intermittentes
scintiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scintille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scintillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scintillerai
ενεστώτα μετοχή
scintillant
παθητική μετοχή
scintillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
scintillions
Παραδείγματα
Les bougies scintillent doucement dans le salon sombre.
Τα κεριά αστράφτουν απαλά στο σκοτεινό σαλόνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store