Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scintiller
01
αστράφτω, λάμπω αδιαλείπτως
briller avec de petites lueurs intermittentes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scintille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scintillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scintillerai
ενεστώτα μετοχή
scintillant
παθητική μετοχή
scintillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
scintillions
Παραδείγματα
Les bougies scintillent doucement dans le salon sombre.
Τα κεριά αστράφτουν απαλά στο σκοτεινό σαλόνι.



























