scintiller
scintiller
sɛ̃tije
setiye

Ορισμός και σημασία του "scintiller"στα γαλλικά

scintiller
01

αστράφτω, λάμπω αδιαλείπτως

briller avec de petites lueurs intermittentes 
scintiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scintille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scintillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scintillerai
ενεστώτα μετοχή
scintillant
παθητική μετοχή
scintillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
scintillions
Παραδείγματα
Les étoiles scintillent dans le ciel nocturne. 

Τα αστέρια αστράφτουν στον νυχτερινό ουρανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store