scolaire
Pronunciation
/skɔlɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "scolaire"στα γαλλικά

01

σχολικός, εκπαιδευτικός

qui concerne l'école, les études ou les élèves
scolaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
scolaire
αρσενικό πληθυντικό
scolaires
θηλυκό ενικό
scolaire
θηλυκό πληθυντικό
scolaires
Παραδείγματα
Ce livre est utilisé dans le programme scolaire.
Αυτό το βιβλίο χρησιμοποιείται στο σχολικό πρόγραμμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store