Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scolaire
01
σχολικός, εκπαιδευτικός
qui concerne l'école, les études ou les élèves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
scolaire
αρσενικό πληθυντικό
scolaires
θηλυκό ενικό
scolaire
θηλυκό πληθυντικό
scolaires
Παραδείγματα
L'année scolaire commence en septembre.
Η σχολική χρονιά ξεκινά τον Σεπτέμβριο.



























