scier
Pronunciation
/sjˈe/

Ορισμός και σημασία του "scier"στα γαλλικά

01

πριονίζω, κόβω με πριόνι

couper avec une scie
scier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scierai
ενεστώτα μετοχή
sciant
παθητική μετοχή
scié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sciions
Παραδείγματα
Tu sais scier droit ?
Ξέρεις να πριόνιζεις ίσια;
02

καταπλήσσω, εκπλήσσω

surprendre ou étonner extrêmement
scier definition and meaning
informal
Παραδείγματα
La fin du livre vous sciera.
Το τέλος του βιβλίου θα σας εκπλήξει.
03

συντρίβω, θρυμματίζω

battre violemment, réduire à l'état de loque
scier definition and meaning
informal
Παραδείγματα
Je vais te scier si tu recommences.
Θα σε λιώσω αν το ξανακάνεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store