Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scier
01
πριονίζω, κόβω με πριόνι
couper avec une scie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scierai
ενεστώτα μετοχή
sciant
παθητική μετοχή
scié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sciions
Παραδείγματα
Tu sais scier droit ?
Ξέρεις να πριόνιζεις ίσια;
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
surprendre ou étonner extrêmement
informal
Παραδείγματα
La fin du livre vous sciera.
Το τέλος του βιβλίου θα σας εκπλήξει.
03
συντρίβω, θρυμματίζω
battre violemment, réduire à l'état de loque
informal
Παραδείγματα
Je vais te scier si tu recommences.
Θα σε λιώσω αν το ξανακάνεις.



























