Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scier
01
πριονίζω, κόβω με πριόνι
couper avec une scie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scierai
ενεστώτα μετοχή
sciant
παθητική μετοχή
scié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sciions
Παραδείγματα
Il scie une planche de bois.
Πριόνι μια ξύλινη σανίδα.
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
surprendre ou étonner extrêmement
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Sa réponse m'a complètement scié !
Η απάντησή του με σάστισε εντελώς.
03
συντρίβω, θρυμματίζω
battre violemment, réduire à l'état de loque
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Ils l'ont scié dans la ruelle.
Τον χτύπησαν στο δρομάκι.



























