la scarlatine
scarlatine
skaʁlɑt͡sin
skarlaatsin

Ορισμός και σημασία του "scarlatine"στα γαλλικά

01

οστρακιά, σκαρλατίνα

maladie infectieuse causée par une bactérie, caractérisée par de la fièvre, des maux de gorge et une éruption cutanée rouge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La scarlatine touche surtout les enfants de 5 à 15 ans. 

Η οστρακιά επηρεάζει κυρίως παιδιά ηλικίας 5 έως 15 ετών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store