Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le scanner
01
υπολογιστική τομογραφία, CT σάρωση
examen d'imagerie médicale utilisant des rayons X pour créer des coupes anatomiques détaillées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
scanners
Παραδείγματα
Ce nouveau scanner permet des images en 3D.
Αυτό το νέο σαρωτή επιτρέπει τη λήψη εικόνων 3D.
02
σαρωτής, συσκευή σάρωσης
machine qui transforme un document papier en fichier numérique
Παραδείγματα
Ce scanner peut aussi numériser en couleur.
Αυτός ο σαρωτής μπορεί επίσης να σαρώσει σε χρώμα.
scanner
01
σκανάρω, εξετάζω με σκάνερ
examiner l'intérieur du corps ou d'un objet au moyen d'un appareil d'imagerie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scanne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scannons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scannerai
παθητική μετοχή
scanné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
scannions
Παραδείγματα
Le spécialiste a scanné la zone infectée pour établir un diagnostic.
Ο ειδικός σάρωσε τη μολυσμένη περιοχή για να καθορίσει τη διάγνωση.
Λεξικό Δέντρο
scanner
scan



























