Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sceptique
01
σκεπτικός, αμφίβολος
qui doute ou hésite à croire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sceptique
συγκριτικός βαθμός
plus sceptique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sceptique
αρσενικό πληθυντικό
sceptiques
θηλυκό ενικό
sceptique
θηλυκό πληθυντικό
sceptiques
Παραδείγματα
Les experts sont sceptiques concernant ces résultats.
Οι ειδικοί είναι σκεπτικοί σχετικά με αυτά τα αποτελέσματα.



























