sceptique
Pronunciation
/sɛptik/

Ορισμός και σημασία του "sceptique"στα γαλλικά

01

σκεπτικός, αμφίβολος

qui doute ou hésite à croire quelque chose
sceptique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sceptique
συγκριτικός βαθμός
plus sceptique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sceptique
αρσενικό πληθυντικό
sceptiques
θηλυκό ενικό
sceptique
θηλυκό πληθυντικό
sceptiques
Παραδείγματα
Les experts sont sceptiques concernant ces résultats.
Οι ειδικοί είναι σκεπτικοί σχετικά με αυτά τα αποτελέσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store