Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scandaliser
01
σκανδαλίζω, αγανακτώ
provoquer un choc moral, un dégoût ou une indignation chez quelqu'un
Παραδείγματα
Elle a été scandalisée par le manque d' éthique de son collègue.
Ήταν σκανδαλισμένη από την έλλειψη ηθικής του συναδέλφου της.
02
σκανδαλίζω, προκαλώ αηδία
susciter un rejet ou un dégoût intense
Παραδείγματα
Le scandale a profondément scandalisé l' opinion publique.
Το σκάνδαλο σόκαρε βαθιά τη δημόσια γνώμη.



























