Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scandaliser
01
σκανδαλίζω, αγανακτώ
provoquer un choc moral , un dégoût ou une indignation chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
scandalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
scandalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
scandaliserai
ενεστώτα μετοχή
scandalisant
παθητική μετοχή
scandalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
scandalisions
Παραδείγματα
Son comportement arrogant a scandalisé tout le monde lors de la réunion.
Η αλαζονική του συμπεριφορά σκανδάλισε όλους στη συνάντηση.
02
σκανδαλίζω, προκαλώ αηδία
susciter un rejet ou un dégoût intense
Παραδείγματα
Le comportement violent du personnage principal a scandalisé certains spectateurs.
Η βίαιη συμπεριφορά του κύριου χαρακτήρα σκανδάλισε ορισμένους θεατές.



























