Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scandaleux
01
qui provoque un choc moral ou une indignation par son caractère inacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus scandaleux
συγκριτικός βαθμός
plus scandaleux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
scandaleux
αρσενικό πληθυντικό
scandaleux
θηλυκό ενικό
scandaleuse
θηλυκό πληθυντικό
scandaleuses
Παραδείγματα
Son attitude envers les enfants est scandaleuse.



























