Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le scandale
01
σκανδάλο, δημόσιο σκάνδαλο
événement ou situation qui provoque une grande indignation publique à cause d'un comportement jugé immoral ou illégal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
scandales
Παραδείγματα
Le scandale a éclaté après la publication des documents secrets.
Το σκάνδαλο ξέσπασε μετά τη δημοσίευση των μυστικών εγγράφων.



























