satirique
Pronunciation
/satiʀik/

Ορισμός και σημασία του "satirique"στα γαλλικά

01

σατιρικός, ειρωνικός

qui critique ou se moque de quelqu'un ou de quelque chose de façon ironique ou humoristique
satirique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
satirique
αρσενικό πληθυντικό
satiriques
θηλυκό ενικό
satirique
θηλυκό πληθυντικό
satiriques
Παραδείγματα
Il utilise un ton satirique pour critiquer la société.
Χρησιμοποιεί ένα σατιρικό ύφος για να κριτικάρει την κοινωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store