satirique
sa
sa
sa
ti
ti
ti
rique
rɪk
rik
satanique

Ορισμός και σημασία του "satirique"στα γαλλικά

01

σατιρικός, ειρωνικός

qui critique ou se moque de quelqu'un ou de quelque chose de façon ironique ou humoristique 
satirique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
satirique
αρσενικό πληθυντικό
satiriques
θηλυκό ενικό
satirique
θηλυκό πληθυντικό
satiriques
Παραδείγματα
Le journaliste a écrit un article satirique sur la politique. 

Ο δημοσιογράφος έγραψε ένα σατιρικό άρθρο για την πολιτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store