Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le satellite
[gender: masculine]
01
δορυφόρος, τεχνητός δορυφόρος
corps fabriqué par l'homme qui tourne autour de la Terre ou d'un autre astre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
satellites
Παραδείγματα
Un satellite artificiel peut relayer des signaux téléphoniques.
Ένας τεχνητός δορυφόρος μπορεί να αναμεταδώσει τηλεφωνικά σήματα.
02
δορυφόρος, φεγγάρι
corps naturel qui tourne autour d'une planète (comme la Lune autour de la Terre)
Παραδείγματα
Titan est un satellite naturel de Saturne.
Ο Τιτάνας είναι ένα φυσικό δορυφόρος του Κρόνου.



























