le sarcasme
sar
saʁ
sar
casme
kazm
kazm

Ορισμός και σημασία του "sarcasme"στα γαλλικά

01

σαρκασμός, δριμεία ειρωνεία

moquerie mordante ou critique exprimée avec ironie 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son sarcasme a blessé plusieurs personnes. 

Ο σαρκασμός του τραυμάτισε πολλά άτομα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store