le sarcasme
Pronunciation
/saʀkasm/

Ορισμός και σημασία του "sarcasme"στα γαλλικά

01

σαρκασμός, δριμεία ειρωνεία

moquerie mordante ou critique exprimée avec ironie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sarcasme de l' enseignant a surpris les élèves.
Ο σαρκασμός του δασκάλου εξέπληξε τους μαθητές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store