Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sarcasme
01
σαρκασμός, δριμεία ειρωνεία
moquerie mordante ou critique exprimée avec ironie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sarcasme de l' enseignant a surpris les élèves.
Ο σαρκασμός του δασκάλου εξέπληξε τους μαθητές.



























