la satisfaction
Pronunciation
/satisfaksjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "satisfaction"στα γαλλικά

La satisfaction
01

ικανοποίηση, ευχαρίστηση

sentiment de plaisir ou de contentement lié à la réalisation d'un souhait ou d'un besoin
la satisfaction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La satisfaction des besoins essentiels est importante pour le bien-être.
Η ικανοποίηση των βασικών αναγκών είναι σημαντική για την ευημερία.

Λεξικό Δέντρο

insatisfaction
satisfaction
satisfy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store