Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La satisfaction
01
ικανοποίηση, ευχαρίστηση
sentiment de plaisir ou de contentement lié à la réalisation d'un souhait ou d'un besoin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La satisfaction des besoins essentiels est importante pour le bien-être.
Η ικανοποίηση των βασικών αναγκών είναι σημαντική για την ευημερία.
Λεξικό Δέντρο
insatisfaction
satisfaction
satisfy



























