Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le saphir
01
ζαφείρι, σαφείρι
pierre précieuse bleu intense, très dure, utilisée surtout en joaillerie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
saphirs
Παραδείγματα
Les gemmologues examinent les saphirs pour leur qualité.
Οι γεμμολόγοι εξετάζουν τους ζαφείρους για την ποιότητά τους.
saphir
01
ζαφειρένιο μπλε, χρώμα ζαφείρι
d'un bleu profond rappelant la couleur du saphir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus saphir
συγκριτικός βαθμός
plus saphir
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
saphir
αρσενικό πληθυντικό
saphir
θηλυκό ενικό
saphir
θηλυκό πληθυντικό
saphir
Παραδείγματα
Ils ont choisi une voiture de teinte saphir.
Διάλεξαν ένα αυτοκίνητο με απόχρωση ζαφείρι.



























