Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saluer
01
χαιρετώ, καλωσορίζω
dire bonjour ou au revoir à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
salue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saluerai
ενεστώτα μετοχή
saluant
παθητική μετοχή
salué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saluions
Παραδείγματα
Il salue son voisin chaque matin.
Χαιρετά τον γείτονά του κάθε πρωί.
02
υποκλίνομαι, κλίνω το κεφάλι
incliner la tête ou le corps en signe de respect
Παραδείγματα
L'acteur salua le public à la fin.
Ο ηθοποιός χαιρέτησε το κοινό στο τέλος.



























