Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saluer
01
χαιρετώ, καλωσορίζω
dire bonjour ou au revoir à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
salue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saluerai
ενεστώτα μετοχή
saluant
παθητική μετοχή
salué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saluions
Παραδείγματα
Ils se sont salués rapidement.
Χαιρετήθηκαν γρήγορα.
02
υποκλίνομαι, κλίνω το κεφάλι
incliner la tête ou le corps en signe de respect
Παραδείγματα
Les danseurs saluèrent ensemble.
Οι χορευτές χαιρέτησαν μαζί.



























