saluer
Pronunciation
/salɥe/

Ορισμός και σημασία του "saluer"στα γαλλικά

saluer
01

χαιρετώ, καλωσορίζω

dire bonjour ou au revoir à quelqu'un
saluer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
salue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
saluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
saluerai
ενεστώτα μετοχή
saluant
παθητική μετοχή
salué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
saluions
Παραδείγματα
Ils se sont salués rapidement.
Χαιρετήθηκαν γρήγορα.
02

υποκλίνομαι, κλίνω το κεφάλι

incliner la tête ou le corps en signe de respect
saluer definition and meaning
Παραδείγματα
Les danseurs saluèrent ensemble.
Οι χορευτές χαιρέτησαν μαζί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store