Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rééducation
01
αποκατάσταση, αναμόρφωση
ensemble d'exercices et de soins visant à retrouver des capacités physiques ou fonctionnelles après une maladie, une blessure ou une opération
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rééducation aide le patient à retrouver sa mobilité.
Η αποκατάσταση βοηθά τον ασθενή να ανακτήσει την κινητικότητά του.
02
αναμόρφωση, αποκατάσταση
action d'apprendre de nouveau une manière correcte d'agir ou de se comporter
Παραδείγματα
La rééducation du personnel améliore la qualité du service.
Η επανεκπαίδευση του προσωπικού βελτιώνει την ποιότητα της υπηρεσίας.



























