Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La révélation
01
αποκάλυψη, αποκάλυψη
action de rendre public ou visible un fait auparavant secret
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
révélations
Παραδείγματα
La révélation du secret a mis fin au suspense.
Η αποκάλυψη του μυστικού έβαλε τέλος στη δράμα.
02
αποκάλυψη, ανακάλυψη
prise de conscience ou compréhension soudaine
Παραδείγματα
Comprendre cela a été une véritable révélation.
Η κατανόηση αυτού ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.
03
αποκάλυψη, θεϊκή επικοινωνία
communication d'une vérité venant d'une divinité
Παραδείγματα
La révélation fait partie de la tradition religieuse.
Η αποκάλυψη είναι μέρος της θρησκευτικής παράδοσης.



























