volter
ʁe
re
vol
vɔl
vawl
ter
te
te
révoquerrécolterrésulter

Ορισμός και σημασία του "révolter"στα γαλλικά

révolter
01

εξεγείρομαι, επανίσταμαι

se soulever contre une autorité ou une situation perçue comme injuste 
révolter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
révolte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révoltons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
révolterai
ενεστώτα μετοχή
révoltant
παθητική μετοχή
révolté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révoltions
Παραδείγματα
Le peuple s'est révolté contre le régime oppressif. 

Ο λαός εξεγέρθηκε κατά του καταπιεστικού καθεστώτος.

02

επαναστατώ, αντιδρώ

provoquer une forte colère, un profond mécontentement ou une indignation chez quelqu'un 
révolter definition and meaning
Παραδείγματα
Cette injustice a révolté toute la population. 

Αυτή η αδικία εξόργισε όλο τον πληθυσμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store