Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
révolter
01
εξεγείρομαι, επανίσταμαι
se soulever contre une autorité ou une situation perçue comme injuste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
révolte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révoltons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
révolterai
ενεστώτα μετοχή
révoltant
παθητική μετοχή
révolté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révoltions
Παραδείγματα
Le peuple s'est révolté contre le régime oppressif.
Ο λαός εξεγέρθηκε κατά του καταπιεστικού καθεστώτος.
02
επαναστατώ, αντιδρώ
provoquer une forte colère, un profond mécontentement ou une indignation chez quelqu'un
Παραδείγματα
Cette injustice a révolté toute la population.
Αυτή η αδικία εξόργισε όλο τον πληθυσμό.



























