Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réussi
01
επιτυχημένος, καλοδουλεμένος
qui a bien fonctionné ou donné un bon résultat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réussi
συγκριτικός βαθμός
plus réussi
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réussi
αρσενικό πληθυντικό
réussis
θηλυκό ενικό
réussie
θηλυκό πληθυντικό
réussies
Παραδείγματα
Le film a été un succès très réussi au cinéma.
Η ταινία ήταν μια πολύ επιτυχημένη επιτυχία στον κινηματογράφο.
02
επιτυχημένος, εξαιρετικός
qui est apprécié ou reconnu pour sa qualité
Παραδείγματα
Cette peinture est particulièrement réussie.
Αυτός ο πίνακας είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος.



























