réussi
Pronunciation
/ʀeysi/

Ορισμός και σημασία του "réussi"στα γαλλικά

01

επιτυχημένος, καλοδουλεμένος

qui a bien fonctionné ou donné un bon résultat
réussi definition and meaning
Παραδείγματα
Le film a été un succès très réussi au cinéma.
Η ταινία ήταν μια πολύ επιτυχημένη επιτυχία στον κινηματογράφο.
02

επιτυχημένος, εξαιρετικός

qui est apprécié ou reconnu pour sa qualité
réussi definition and meaning
Παραδείγματα
Cette peinture est particulièrement réussie.
Αυτός ο πίνακας είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store