résonner
Pronunciation
/ʁezɔnˈe/

Ορισμός και σημασία του "résonner"στα γαλλικά

résonner
01

αντηχώ, ηχώ

émettre ou renvoyer un son qui se fait entendre loin
résonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résonnerai
παθητική μετοχή
résonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résonnions
Παραδείγματα
Les murs résonnent des éclats de rire.
Οι τοίχοι αντηχούν με τα ξέσπασματα του γέλιου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store