Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résonner
01
αντηχώ, ηχώ
émettre ou renvoyer un son qui se fait entendre loin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résonnerai
παθητική μετοχή
résonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résonnions
Παραδείγματα
Les murs résonnent des éclats de rire.
Οι τοίχοι αντηχούν με τα ξέσπασματα του γέλιου.



























