Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réparer
01
επισκευάζω
remettre en bon état quelque chose d'endommagé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réparerai
ενεστώτα μετοχή
réparant
παθητική μετοχή
réparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réparions
Παραδείγματα
Je dois réparer mon vélo avant demain.
Πρέπει να επισκευάσω το ποδήλατό μου πριν από αύριο.
02
αποζημιώνω, επισκευάζω
compenser une erreur ou un préjudice moral
Παραδείγματα
Il essaie de réparer ses torts en s'excusant sincèrement.
Προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη του ζητώντας συγγνώμη ειλικρινά.



























