réparer
réparer
ʁepaʁe
repare
séparerséparéeséparé

Ορισμός και σημασία του "réparer"στα γαλλικά

réparer
01

επισκευάζω

remettre en bon état quelque chose d'endommagé 
réparer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réparerai
ενεστώτα μετοχή
réparant
παθητική μετοχή
réparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réparions
Παραδείγματα
Je dois réparer mon vélo avant demain. 

Πρέπει να επισκευάσω το ποδήλατό μου πριν από αύριο.

02

αποζημιώνω, επισκευάζω

compenser une erreur ou un préjudice moral 
réparer definition and meaning
Παραδείγματα
Il essaie de réparer ses torts en s'excusant sincèrement. 

Προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη του ζητώντας συγγνώμη ειλικρινά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store