réparer
Pronunciation
/ʀepaʀe/

Ορισμός και σημασία του "réparer"στα γαλλικά

réparer
01

επισκευάζω

remettre en bon état quelque chose d'endommagé
réparer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réparerai
ενεστώτα μετοχή
réparant
παθητική μετοχή
réparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réparions
Παραδείγματα
Le plombier a réparé le robinet qui fuyait en quelques minutes.
Ο υδραυλικός επισκεύασε τη βρύση που έσταζε σε λίγα λεπτά.
02

αποζημιώνω, επισκευάζω

compenser une erreur ou un préjudice moral
réparer definition and meaning
Παραδείγματα
L' amour ne suffit pas à réparer ces années perdues.
Η αγάπη δεν αρκεί για να επισκευάσει αυτά τα χαμένα χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store