Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La répercussion
[gender: feminine]
01
αντανάκλαση, αντίκτυπος
effet qui se propage ou se reflète à partir d'une source
Παραδείγματα
La répercussion des ondes sonores est perceptible dans la salle.
Η αντήχηση των ηχητικών κυμάτων είναι αισθητή στην αίθουσα.
02
απήχηση, συνέπεια
effet ou conséquence, souvent indirect, d'un événement
Παραδείγματα
Les répercussions économiques touchent plusieurs secteurs.
Οι οικονομικές επιπτώσεις επηρεάζουν πολλούς τομείς.



























