la répercussion
répercussion
ʁepɛʁkysjɔ̃
reperkysyaw

Ορισμός και σημασία του "répercussion"στα γαλλικά

La répercussion
01

αντανάκλαση, αντίκτυπος

effet qui se propage ou se reflète à partir d'une source 
la répercussion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
répercussions
Παραδείγματα
Le son a créé une répercussion dans la vallée. 

Ο ήχος δημιούργησε ένα ηχώ στην κοιλάδα.

02

απήχηση, συνέπεια

effet ou conséquence, souvent indirect, d'un événement 
Παραδείγματα
Les répercussions de la crise se font encore sentir. 

Οι επιπτώσεις της κρίσης εξακολουθούν να γίνονται αισθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store