Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réinsertion
01
επανένταξη, επανεισαγωγή
action d'aider une personne à retrouver une place dans la société après une difficulté
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La réinsertion des anciens détenus est un défi important.
Η επανένταξη των πρώην κρατουμένων είναι μια σημαντική πρόκληση.



























