Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régulier
01
τακτικός, σταθερός
qui suit un ordre constant ou une certaine règle
Παραδείγματα
Un battement de cœur régulier est un signe de bonne santé.
Ο κανονικός παλμός της καρδιάς είναι σημάδι καλής υγείας.
02
ομαλός, ομοιόμορφος
qui a une surface lisse et égale, sans irrégularité
Παραδείγματα
La route est régulière après les travaux.
Ο δρόμος είναι ομαλός μετά τα έργα.



























