Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régresser
01
υποχωρώ, επιδεινώνομαι
perdre du terrain, redevenir moins développé ou moins performant
Παραδείγματα
Son comportement a régressé à celui d' un enfant.
Η συμπεριφορά του υποχώρησε σε αυτή ενός παιδιού.



























