régresser
Pronunciation
/ʁeɡʁɛsˈe/

Ορισμός και σημασία του "régresser"στα γαλλικά

régresser
01

υποχωρώ, επιδεινώνομαι

perdre du terrain, redevenir moins développé ou moins performant
régresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
régresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
régressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régresserai
ενεστώτα μετοχή
régressant
παθητική μετοχή
régressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
régressions
Παραδείγματα
Son comportement a régressé à celui d' un enfant.
Η συμπεριφορά του υποχώρησε σε αυτή ενός παιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store