Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régresser
01
υποχωρώ, επιδεινώνομαι
perdre du terrain, redevenir moins développé ou moins performant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
régresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
régressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
régresserai
ενεστώτα μετοχή
régressant
παθητική μετοχή
régressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
régressions
Παραδείγματα
Son comportement a régressé à celui d' un enfant.
Η συμπεριφορά του υποχώρησε σε αυτή ενός παιδιού.



























