régulier
Pronunciation
/ʀegylje/

Ορισμός και σημασία του "régulier"στα γαλλικά

01

τακτικός, σταθερός

qui suit un ordre constant ou une certaine règle
régulier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus régulier
συγκριτικός βαθμός
plus régulier
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
régulier
αρσενικό πληθυντικό
réguliers
θηλυκό ενικό
régulière
θηλυκό πληθυντικό
régulières
Παραδείγματα
Un battement de cœur régulier est un signe de bonne santé.
Ο κανονικός παλμός της καρδιάς είναι σημάδι καλής υγείας.
02

ομαλός, ομοιόμορφος

qui a une surface lisse et égale, sans irrégularité
régulier definition and meaning
Παραδείγματα
La route est régulière après les travaux.
Ο δρόμος είναι ομαλός μετά τα έργα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store