régler
rég
ʁeg
reg
ler
le
le
régnerrégaler

Ορισμός και σημασία του "régler"στα γαλλικά

régler
01

ρυθμίζω, προσαρμόζω

modifier avec précision un paramètre pour obtenir le résultat souhaité (température, volume, position, etc.) 
régler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
règle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réglerai
ενεστώτα μετοχή
réglant
παθητική μετοχή
réglé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réglions
Παραδείγματα
Nous pouvons régler la température. 

Μπορούμε να ρυθμίσουμε τη θερμοκρασία.

02

πληρώνω, εξοφλώ

verser de l'argent pour s'acquitter d'un achat, d'une facture ou d'un service 
régler definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai réglé la facture hier par carte. 

Κατέβαλα τον λογαριασμό χθες με κάρτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store