Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
régler
01
ρυθμίζω, προσαρμόζω
modifier avec précision un paramètre pour obtenir le résultat souhaité (température, volume, position, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
règle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réglerai
ενεστώτα μετοχή
réglant
παθητική μετοχή
réglé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réglions
Παραδείγματα
Ils règlent la lumière en fonction de l' ambiance.
Ρυθμίζουν το φως ανάλογα με την ατμόσφαιρα.
02
πληρώνω, εξοφλώ
verser de l'argent pour s'acquitter d'un achat, d'une facture ou d'un service
Παραδείγματα
L' entreprise a réglé ses fournisseurs en retard.
Η εταιρεία εξόφλησε τους προμηθευτές της καθυστερημένα.



























