la récréation
récréation
ʁekʁeɑsjɔ̃
rekreaasyaw
récusationrécitation

Ορισμός και σημασία του "récréation"στα γαλλικά

La récréation
01

ανάπαυλα, διάλειμμα

pause entre les cours dans une école 
la récréation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les enfants jouent dans la cour pendant la récréation. 

Τα παιδιά παίζουν στην αυλή κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.

02

αναψυχή, ψυχαγωγία

activité de loisir ou divertissement 
la récréation definition and meaning
Παραδείγματα
La peinture est sa récréation favorite le week-end. 

Η ζωγραφική είναι η αγαπημένη του αναψυχή το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store