Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réconforter
01
παρηγορώ, ενθαρρύνω
apporter du soutien moral, calmer ou encourager quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réconforte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réconfortons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réconforterai
ενεστώτα μετοχή
réconfortant
παθητική μετοχή
réconforté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réconfortions
Παραδείγματα
Il a réconforté son collègue après l' échec du projet.
Αυτός παρηγόρησε τον συνάδελφό του μετά την αποτυχία του έργου.
02
παρηγορώ, ενισχύω
renforcer la force physique, morale ou l'énergie de quelqu'un
Παραδείγματα
Ses mots réconfortants réconfortent sa détermination.
Τα παρηγορητικά του λόγια ενισχύουν την αποφασιστικότητά του.



























