Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réaliste
01
ρεαλιστικός, πραγματικός
qui représente la réalité telle qu'elle est, sans idéalisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus réaliste
συγκριτικός βαθμός
plus réaliste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
réaliste
αρσενικό πληθυντικό
réalistes
θηλυκό ενικό
réaliste
θηλυκό πληθυντικό
réalistes
Παραδείγματα
Il propose des solutions réalistes aux difficultés.
Προτείνει ρεαλιστικές λύσεις στις δυσκολίες.



























