le règlement
règlement
ʁɛgləmɑ̃
reglēmaa

Ορισμός και σημασία του "règlement"στα γαλλικά

01

κανονισμός, ρύθμιση

ensemble de règles ou de lois à suivre 
le règlement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
règlements
Παραδείγματα
Le règlement de l'école est très strict. 

Ο κανονισμός του σχολείου είναι πολύ αυστηρός.

02

πληρωμή, διευθέτηση

action de payer une somme d'argent 
le règlement definition and meaning
Παραδείγματα
Le règlement de la facture doit se faire aujourd'hui. 

Η πληρωμή του λογαριασμού πρέπει να γίνει σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store