Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rien
01
aucune chose, pas une seule chose
Παραδείγματα
Je n'ai rien dans mon sac.
Le rien
01
ذره
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ajoute un rien de sel dans la soupe.
02
هیچ
Παραδείγματα
Pour lui, cent euros, ce n'est rien.



























