Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rien
01
aucune chose, pas une seule chose
Παραδείγματα
Elle n' a rien dit pendant toute la réunion.
Le rien
01
une petite quantité, un peu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
02
une chose sans importance, sans valeur



























