le revêtement de sol
re
ʁə
ρα
vête
vɛt
βετ
ment
mɑ̃
μα
de
də
ντα
sol
sɔl
σολ

Ορισμός και σημασία του "revêtement de sol"στα γαλλικά

Le revêtement de sol
01

επένδυση δαπέδου, κάλυμμα δαπέδου

matériau ou ensemble de matériaux recouvrant le sol d'un bâtiment pour le protéger, le décorer ou faciliter son entretien 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
revêtements de sol
Παραδείγματα
Le revêtement de sol de la cuisine est en carrelage. 

Το κάλυμμα δαπέδου της κουζίνας είναι από πλακάκια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store