le retrai
ret
ʁət
ρατ
rai
ʁe
ρε
te
τε

Ορισμός και σημασία του "retraité"στα γαλλικά

01

συνταξιούχος, συνταξιούχος άνθρωπος

personne qui ne travaille plus après avoir cessé son activité professionnelle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
retraités
αρσενικό ενικό
retraité
θηλυκό ενικό
retraitée
neutral form
personne à la retraite
Παραδείγματα
Le retraité profite de son temps libre. 

Ο συνταξιούχος απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store