Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La représentation
[gender: feminine]
01
αναπαράσταση, παράσταση
action de montrer ou de jouer une œuvre devant un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
représentations
Παραδείγματα
La représentation a été annulée à cause de la pluie.
Η παράσταση ακυρώθηκε λόγω της βροχής.



























