Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La reproduction
01
αναπαραγωγή, πολλαπλασιασμός
processus par lequel les êtres vivants engendrent des descendants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les techniques modernes facilitent la reproduction assistée.
Οι σύγχρονες τεχνικές διευκολύνουν την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
02
αναπαραγωγή, αντιγραφή
action de copier ou d'imiter quelque chose, comme un objet ou une œuvre
Παραδείγματα
Cette imprimante permet une reproduction rapide et de qualité.
Αυτός ο εκτυπωτής επιτρέπει μια γρήγορη και ποιοτική αναπαραγωγή.
03
αναπαραγωγή, αντιγραφή
action de recréer ou de produire une copie de quelque chose
Παραδείγματα
Les scientifiques ont réussi la reproduction exacte de l' expérience.
Οι επιστήμονες πέτυχαν την ακριβή αναπαραγωγή του πειράματος.
Λεξικό Δέντρο
reproduction
production
product



























