Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repartir
01
se mettre en route de nouveau, partir à nouveau après un arrêt ou une interruption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
être
ενεστώτα μετοχή
repartant
παθητική μετοχή
reparti
Παραδείγματα
Mon oncle me rend visite ; il repart demain.



























