Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rentrée
01
επανάληψη, άνοιγμα
moment où une activité, un établissement ou un service reprend après une fermeture temporaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rentrées
Παραδείγματα
La rentrée des commerces se fera lundi.
Η επαναλειτουργία των καταστημάτων θα γίνει τη Δευτέρα.
02
εισόδημα, έσοδο
entrée de fonds, de revenus ou de paiement
Παραδείγματα
La rentrée d'argent est prévue ce mois-ci.
Η είσοδος χρημάτων προγραμματίζεται για αυτόν τον μήνα.
03
επιστροφή, ανάκτηση
action ou moment de revenir à une activité, un lieu ou une situation après une interruption
Παραδείγματα
La rentrée au travail après les vacances est toujours chargée.
Η επιστροφή στη δουλειά μετά τις διακοπές είναι πάντα γεμάτη.



























