Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rentrée
01
επανάληψη, άνοιγμα
moment où une activité, un établissement ou un service reprend après une fermeture temporaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rentrées
Παραδείγματα
La rentrée des bibliothèques permet aux étudiants de travailler.
Η επαναλειτουργία των βιβλιοθηκών επιτρέπει στους φοιτητές να εργάζονται.
02
εισόδημα, έσοδο
entrée de fonds, de revenus ou de paiement
Παραδείγματα
La rentrée financière dépend des ventes du trimestre.
Η χρηματοοικονομική εισροή εξαρτάται από τις πωλήσεις του τριμήνου.
03
επιστροφή, ανάκτηση
action ou moment de revenir à une activité, un lieu ou une situation après une interruption
Παραδείγματα
La rentrée des activités sportives commence en septembre.
Η επιστροφή των αθλητικών δραστηριοτήτων ξεκινά τον Σεπτέμβριο.



























