remporter
rem
ʁã
ran
por
pɔʁ
pawr
ter
te
te
rempoterreporterrempocher

Ορισμός και σημασία του "remporter"στα γαλλικά

remporter
01

κερδίζω, κατακτώ

gagner un concours, un match ou obtenir quelque chose 
remporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remporterai
ενεστώτα μετοχή
remportant
παθητική μετοχή
remporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remportions
Παραδείγματα
Elle a remporté le premier prix du concours 

Αυτή κέρδισε το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store