Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remporter
01
κερδίζω, κατακτώ
gagner un concours, un match ou obtenir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remporterai
ενεστώτα μετοχή
remportant
παθητική μετοχή
remporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remportions
Παραδείγματα
Elle a remporté le premier prix du concours
Αυτή κέρδισε το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού.



























