remporter
Pronunciation
/ʀɑ̃pɔʀte/

Ορισμός και σημασία του "remporter"στα γαλλικά

remporter
01

κερδίζω, κατακτώ

gagner un concours, un match ou obtenir quelque chose
remporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remporterai
ενεστώτα μετοχή
remportant
παθητική μετοχή
remporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remportions
Παραδείγματα
Il a remporté un grand contrat pour son entreprise
Κέρδισε ένα μεγάλο συμβόλαιο για την εταιρεία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store