rejoindre
rejoindre
ʁəʒwɛ̃dʁ
rēzhvedr
repeindre

Ορισμός και σημασία του "rejoindre"στα γαλλικά

rejoindre
01

εντάσσομαι, προσχωρώ

aller vers quelqu'un ou un groupe pour être avec eux 
rejoindre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rejoins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rejoignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rejoindrai
ενεστώτα μετοχή
rejoignant
παθητική μετοχή
rejoint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rejoignions
Παραδείγματα
Je vais rejoindre mes amis au café. 

Πάω να συναντήσω τους φίλους μου στο καφέ.

02

συναντώ, συγκεντρώνομαι

venir au même endroit pour être ensemble ou se rencontrer 
rejoindre definition and meaning
Παραδείγματα
Nous nous rejoignons au restaurant à huit heures. 

Συναντιόμαστε στο εστιατόριο στις οκτώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store