Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recréer
01
αναδημιουργώ, αναπαράγω
produire encore une fois quelque chose qui existait déjà
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recrée
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recréons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recréerai
παθητική μετοχή
recréé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recréions
Παραδείγματα
L'artiste a recréé une version moderne du tableau.
Ο καλλιτέχνης αναδημιούργησε μια σύγχρονη εκδοχή του πίνακα.
02
αναδημιουργώ, αναπαράγω
faire renaître une impression, un style ou un climat
Παραδείγματα
Le film recrée parfaitement l'ambiance des années 1950.
Η ταινία αναδημιουργεί τέλεια την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1950.



























