recréer
rec
ʁək
ρακ
réer
ʁe
ρε

Ορισμός και σημασία του "recréer"στα γαλλικά

recréer
01

αναδημιουργώ, αναπαράγω

produire encore une fois quelque chose qui existait déjà 
recréer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recrée
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recréons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recréerai
παθητική μετοχή
recréé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recréions
Παραδείγματα
L'artiste a recréé une version moderne du tableau. 

Ο καλλιτέχνης αναδημιούργησε μια σύγχρονη εκδοχή του πίνακα.

02

αναδημιουργώ, αναπαράγω

faire renaître une impression, un style ou un climat 
recréer definition and meaning
Παραδείγματα
Le film recrée parfaitement l'ambiance des années 1950. 

Η ταινία αναδημιουργεί τέλεια την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1950.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store