recruter
Pronunciation
/ʀ(ə)kʀyte/

Ορισμός και σημασία του "recruter"στα γαλλικά

recruter
01

προσλαμβάνω, στρατολογώ

engager une personne pour un travail ou un poste
recruter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recrute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recrutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recruterai
ενεστώτα μετοχή
recrutant
παθητική μετοχή
recruté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recrutions
Παραδείγματα
La société recrute toujours des candidats motivés.
Η εταιρεία προσλαμβάνει πάντα υποψηφίους με κίνητρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store