Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recruter
01
προσλαμβάνω, στρατολογώ
engager une personne pour un travail ou un poste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recrute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recrutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recruterai
ενεστώτα μετοχή
recrutant
παθητική μετοχή
recruté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recrutions
Παραδείγματα
La société recrute toujours des candidats motivés.
Η εταιρεία προσλαμβάνει πάντα υποψηφίους με κίνητρο.



























