recruter
rec
ʁək
rēk
ru
ʁy
ry
ter
te
te
redouterrechuter

Ορισμός και σημασία του "recruter"στα γαλλικά

recruter
01

προσλαμβάνω, στρατολογώ

engager une personne pour un travail ou un poste 
recruter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recrute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recrutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recruterai
ενεστώτα μετοχή
recrutant
παθητική μετοχή
recruté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recrutions
Παραδείγματα
L'entreprise va recruter de nouveaux employés cette année. 

Η εταιρεία θα προσλάβει νέους υπαλλήλους φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store