Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La recrudescence
01
εξάρθρωση, έντονη επανεμφάνιση
apparition soudaine ou retour intense d'un phénomène, souvent négatif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La recrudescence des infections inquiète les autorités sanitaires.
Η επανέναρξη των λοιμώξεων ανησυχεί τις υγειονομικές αρχές.
02
επανεμφάνιση, επανάληψη
retour ou réapparition d'un phénomène après une période de diminution ou de calme
Παραδείγματα
La recrudescence de cas de grippe inquiète les médecins.
Η επανεμφάνιση των περιπτώσεων γρίπης ανησυχεί τους γιατρούς.
Λεξικό Δέντρο
recrudescence
recrudesce



























