Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La recrudescence
[gender: feminine]
01
εξάρθρωση, έντονη επανεμφάνιση
apparition soudaine ou retour intense d'un phénomène, souvent négatif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La recrudescence des tensions politiques retarde les négociations.
Η επανεμφάνιση των πολιτικών εντάσεων καθυστερεί τις διαπραγματεύσεις.
02
επανεμφάνιση, επανάληψη
retour ou réapparition d'un phénomène après une période de diminution ou de calme
Παραδείγματα
La recrudescence des accidents nécessite de nouvelles mesures de sécurité.
Η επανεμφάνιση των ατυχημάτων απαιτεί νέα μέτρα ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
recrudescence
recrudesce



























