Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rationnel
01
λογικός, ορθολογικός
fondé sur la raison, réfléchi et logique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rationnel
συγκριτικός βαθμός
plus rationnel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rationnel
αρσενικό πληθυντικό
rationnels
θηλυκό ενικό
rationnelle
θηλυκό πληθυντικό
rationnelles
Παραδείγματα
C'est une décision rationnelle face à la situation.
Είναι μια ορθολογική απόφαση μπροστά στην κατάσταση.
02
νοητικός, διανοητικός
qui relève de l'esprit, de l'intellect ou de la pensée
Παραδείγματα
Les exercices rationnels stimulent la réflexion.
Οι λογικές ασκήσεις διεγείρουν τη σκέψη.
03
ρητός, κλασματικός
qui peut s'exprimer comme un rapport de nombres entiers
Παραδείγματα
1/2 est un nombre rationnel.
1/2 είναι ένας ρητός αριθμός.



























